Κανείς δεν το
περίμενε, ούτε το φανταζόταν. Μας ήρθε κατακέφαλα κι από τη μια στιγμή στην
άλλη είδαμε τη ζωή μας ν’ αλλάζει και το μέλλον μας να γίνεται αόρατο.Ποιος να φταίει άραγε γι’ αυτό το μπάχαλο που μας ξημέρωσε; Υπάρχει η εύκολη απάντηση: Οι πολιτικοί φταίνε. Αυτοί τα φάγανε κι έμεινε το κράτος φτωχό κι αδέκαρο. Άλλοι πάλι έχουν διαφορετική άποψη: Όλοι φταίμε, κατά το ¨Μαζί τα φάγαμε¨. Όταν δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα, εμείς θέλαμε εορτοδάνεια και ταξίδια στο εξωτερικό, εξοχικά σπίτια και μεγάλα αυτοκίνητα. Τώρα τα πληρώνουμε.
Όλοι έχουν δίκιο και η συζήτηση στο καφενείο δίνει και παίρνει.
- Κατοχή έχουμε το καταλαβαίνετε;
- Κάτσε ρε Ζανή. Πού την είδες την κατοχή; Αλλά τι ξέρεις εσύ από κατοχή; Εμείς που τη ζήσαμε ξέρουμε τι σημαίνει.
- Κι εγώ σου λέω κυρ Μανώλη ότι τώρα είναι χειρότερα από την κατοχή. Τότε είχες έναν εχθρό, το Γερμανό, τον πολεμούσες και ήξερες ότι μια μέρα θα φύγει και θα ελευθερωθείς. Τώρα τι ξέρεις; Ούτε τον εχθρό γνωρίζεις ποιος είναι, ούτε αν θα φύγει και πότε. Δεν υπάρχει ελπίδα, μια σκοτεινιά απλώνεται μπροστά μας και βαδίζουμε στα τυφλά.
- Καλά τα λες παιδί μου, επεμβαίνει ο γεροντότερος, αλλά μιλάς με την πείρα την νιότης σου. Αν δεν τη ζήσεις μια κατάσταση, δεν μπορείς να την κρίνεις. Εμείς περάσαμε την κατοχή, ελευθερωθήκαμε, αλλά τα βάσανά μας δεν τέλειωσαν. Ήρθε ο εμφύλιος και μετά απ’ αυτόν μια οικονομική κρίση, που ούτε μπορείς να τη φανταστείς.
- Είχατε όμως μια ελπίδα μπάρμπα Μήτσο. Ελπίζατε ότι θα καλυτερέψουν τα πράγματα και δουλέψατε, δημιουργηθήκατε, φτιάξατε οικογένειες και περιουσίες. Εμείς τώρα τι να περιμένουμε; Το μόνο που μας μένει είναι να πάρουμε των ομματιών μας και να φύγουμε στο εξωτερικό.
- Κι εμείς φύγαμε παιδί μου. Και μάλιστα με πολύ δύσκολες συνθήκες. Ρακένδυτοι και αγράμματοι φεύγαμε από τα χωριά μας για τις φάμπρικες της Γερμανίας και τις στοές του Βελγίου. Φεύγετε τώρα και σεις, αλλά πώς φεύγετε; Με τα Αγγλικά σας, τις γνώσεις, τα κομπιούτερ και τα internet και πάτε με άλλον αέρα, σαν πολιτισμένοι άνθρωποι. Δε λέω πως είναι καλό που φεύγουν τα νιάτα μας, αλλά να μη συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα.
Η κουβέντα συνεχίζεται και τελειώνει αργά το μεσημέρι ή το βράδυ που κλείνει το μαγαζί. Κανείς δεν πείθεται ούτε πείθει. Οι περισσότεροι πάνε με το μέρος του νεαρού Ζανή. Οι πιο ψαγμένοι υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να μας πάρει από κάτω η απελπισία. Τα πράγματα είναι δύσκολα, όμως κάθε εποχή έχει τα δικά της προβλήματα και τις δικές της δυνατότητες και προοπτικές. Το μόνο που θα πρέπει να προσέξουμε είναι να μην χαθούμε μέσα στην καταχνιά. Να προχωρήσουμε προσεκτικά με την ελπίδα ότι θα βγούμε στο ξέφωτο. Γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Στέφανος Λέπουρας
