email

Στείλε εδώ ότι θέλεις να μας πεις ή να δημοσιεύσεις στο

email : santotypos@gmail.com

ΔΩΡΕΑΝ ΟΙ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΗΣΕΙΣ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΑΝΤΟΡΙΝΙΟ ΤΥΠΟ


Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΤΟΥΜΑΣ: Οι διατροφικές συνήθειες στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης

Όπως συμβαίνει με όλους τους οργανισμούς, βασική μέριμνα του ανθρώπου στην δυόμιση εκατομμυρίων ετών μετρήσιμη διαδρομή του, ήταν και εξακολουθεί να είναι η εξασφάλιση τροφής για την επιβίωσή του. Άλλωστε, ο τρόπος απόκτησης τροφής ήταν και το βασικό κριτήριο, με το οποίο έγινε η διάκριση των φάσεων της πρώιμης ιστορίας της ανθρωπότητας.



Έτσι, το πρώτο και μακρότερο στάδιο ονομάστηκε τροφοσυλλεκτικό. Επί δυόμιση περίπου εκατομμύρια χρόνια ο άνθρωπος ζούσε συλλέγοντας καρπούς ή κυνηγώντας ζώα προκειμένου να εξασφαλίσει την τροφή του. Είναι δε ακριβώς αυτή η διαδικασία που τον ανάγκαζε να μετακινείται από τόπο σε τόπο και σταδιακά να απλωθεί σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Το συλλεκτικό στάδιο συνεχίστηκε μέχρι που, λόγω αυξήσεως του ανθρώπινου πληθυσμού, το περιβάλλον δεν αρκούσε πλέον για την κάλυψη των αναγκών σε τροφή. Κάτω από την πίεση της αυτοσυντήρησης επινοήθηκαν τρόποι «εξαναγκασμού», κατά κάποιο τρόπο, της γης να παράσχει περισσότερη τροφή. Αυτή η πίεση, λοιπόν, οδήγησε στην εξημέρωση ζώων και φυτών και στην συνακόλουθη εκτροφή και καλλιέργειά τους αντίστοιχα. Με αυτή την παρέμβαση στη φύση, που χρονικά τοποθετείται γύρω στα δέκα χιλιάδες χρόνια π.Χ., η ανθρωπότητα πέρασε στο λεγόμενο τροφοπαραγωγικό στάδιο, που, λόγω των επαναστατικών συνεπειών του, ονομάστηκε και Νεολιθική Επανάσταση. Μια πρώτη και αποφασιστικής σημασίας συνέπεια της επανάστασης αυτής ήταν η εγκατάλειψη του πλάνητα βίου και η μόνιμη εγκατάσταση ανθρώπινων ομάδων σε ένα τόπο.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η μόνιμη εγκατάσταση σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον επέτρεπε την εκμετάλλευση ορισμένων μόνο ειδών του ζωικού και φυτικού βασιλείου επηρεάζοντας έτσι και το διαιτολόγιο του αντίστοιχου ανθρώπινου πληθυσμού. Με τη σειρά της, η μείωση της ποικιλίας στα είδη διατροφής στέρησε τον άνθρωπο και από ορισμένα βασικά στοιχεία που ήσαν αναγκαία για τον οργανισμό του και τα οποία όμως ως συλλέκτης/κυνηγός ελάμβανε άμεσα με την τροφή του. Ένα τέτοιο στοιχείο ήταν το αλάτι, για την απόκτηση του οποίου επινόησε διάφορους τρόπους, ανάλογα με την περιοχή, στην οποία είχε μόνιμα εγκατασταθεί. Έτσι, είτε με εξάτμιση θαλασσινού νερού, είτε με εξόρυξη ορυκτού αλατιού, είτε ακόμη με την εκμετάλλευση αλατούχων φυτών, παράγοντας αλάτι ο άνθρωπος έκανε ένα τεράστιο βήμα προς τον πολιτισμό. Το αλάτι, εκτός από άρτυμα, συνέβαλε όχι μόνο στην περαιτέρω ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, αλλά και ως συντηρητικό στην αύξηση της ποικιλίας στα είδη διατροφής. Μια μεγάλη τεχνολογική ανακάλυψη που έφερε επανάσταση στο διαιτολόγιο των ανθρώπων από τις αρχές κιόλας της Νεολιθικής περιόδου είναι το ψήσιμο του πηλού για την δημιουργία σκευών. Έτσι, στην κουζίνα του νεολιθικού νοικοκυριού προστέθηκε η χύτρα, το αντικείμενο που σύμφωνα με τον Σπύρο Μελά, συσπείρωσε την οικογένεια στο σπίτι. Τα τρόφιμα πια μπορούσαν να καταναλώνονται όχι μόνο ωμά ή ψητά στην ανοιχτή φωτιά αλλά και να μαγειρεύονται. Σταδιακά, λοιπόν, με την εγκατάλειψη του πλάνητα βίου και με την μόνιμη εγκατάστασή του σε ένα τόπο, ο άνθρωπος άρχισε να ποικίλλει το διαιτολόγιό του και να μετατρέπει την κάλυψη μιας βασκής ανάγκης σε απόλαυση.

Ένας δεύτερος μεγάλος σταθμός στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι η δημιουργία πόλεων, η λεγόμενη «επανάσταση των πόλεων» (urban revolution). Μέσα στις πρώιμες πόλεις της 4ης χιλιετίας π.Χ. η τεχνική εξειδίκευση και ο καταμερισμός της εργασίας συστηματοποιήθηκαν. Παραγωγοί, επεξεργαστές και διακινητές τροφίμων (γεωργοί, κτηνοτρόφοι, γαλακτοκόμοι, κρεοπώλες, οπωροπώλες, μάγειροι κλπ.) έγιναν εξειδικευμένοι επαγγελματίες. Στην εστία της ανοιχτής φωτιάς προστέθηκε και ο κλειστός φούρνος, ένα ακόμη βήμα προς την μεγαλύτερη απόλαυση της τροφής. Η ζωή στις πόλεις με τον καταμερισμό της εργασίας ανέδειξε ακόμη έναν άλλο τομέα δραστηριότητας, το εμπόριο, το οποίο παρείχε την ευχέρεια δημιουργίας κινητού πλούτου. Έτσι οι δομές της κοινωνίας άλλαξαν ριζικά: η γαιοκτησία, ως μέσον άσκησης επιρροής στους παραγωγούς και συγκέντρωσης της εξουσίας, σταδιακά αντικαταστάθηκε από τον κινητό πλούτο. Οι δημιουργοί του πλούτου αυτού, οι έμποροι, διεκδικώντας μερίδιο στη διαχείριση των κοινών ώθησαν τις ανθρώπινες κοινωνίες σ’ αυτό που ακόμη και σήμερα ονομάζουμε δημοκρατία. Οι πλούσιοι έμποροι και διακινητές αγαθών εισήγαν και ιδέες πλουτίζοντας και το διαιτολόγιό τους με ξενόφερτες λιχουδιές.

Μια κοινωνία πλούσιων εμπόρων, καθώς δείχνουν τα αρχαιολογικά δεδομένα, είχε διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού στο Ακρωτήρι της Θήρας. Είναι γεγονός ότι η καλύτερη εικόνα που έχουμε για την κοινωνία αυτή προέρχεται από την τελευταία φάση της, λίγο πριν από την έκρηξη του ηφαιστείου περί τα τέλη του 17ου αι. π.Χ. Όλοι σήμερα γνωρίζουν ότι ο ηφαιστειογενής μανδύας που κάλυψε ολόκληρο το νησί δημιούργησε ιδανικές συνθήκες για την διατήρηση των πάσης φύσεως ευρημάτων και κυρίως εκείνων που έχουν οργανική προέλευση, φυτική ή ζωική, και τα οποία σε άλλες περιπτώσεις, εδώ στο Αιγαίο, σπάνια έχουν διασωθεί.
Οι εργασίες για την αντικατάσταση του στεγάστρου μας βοήθησαν να αντλήσουμε κάποιες πληροφορίες για παλιότερες φάσεις από την ιστορία της πόλης. Από την ανάλυση των πληροφοριών αυτών μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο την διαδικασία εξέλιξης της Θηραϊκής κοινωνίας. Γιατί, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι Κυκλάδες γενικότερα και η Θήρα ειδικότερα, είναι νησιά με πολλούς γεωγραφικούς, κλιματικούς, οικολογικούς κλπ. περιορισμούς, οι οποίοι αφ’ ενός υπαγόρευσαν τον λιτοδίαιτο χαρακτήρα των νησιωτών και αφ’ ετέρου κατέστησαν τους ανθρώπους εφευρετικούς και επινοητικούς, ώστε να επιλύουν αποτελεσματικά τα προβλήματά τους. Όσον αφορά δε στις διατροφικές συνήθειες, επιτρέψτε μου να αναφερθώ στην προ-τουριστική Σαντορίνη, που, καθώς θυμάμαι, μέχρι την δεκαετία του 1970 το λιτό διαιτολόγιο παρουσίαζε μια αξιοζήλευτη ποικιλία, χάρη στην επινοητικότητα της Σαντορινιάς νοικοκυράς. Οι κρεμμυδοντολμάδες, τα κοκκινιστά καπαρόφυλλα, οι παραλλαγές πιάτων με βάση τη φάβα, οι ψευτοκεφτέδες που ανάλογα με το χορταρικό της εποχής ποίκιλλαν το πιάτο του Σαντορινιού, είναι μερικά παραδείγματα επινοητικότητας που επέβαλλε η ανάγκη. Για να μην αναφερθώ στην ποικιλία των βοτάνων και αρωματικών φυτών όπως σπαράγγια, μάραθο, ρίγανη, φασκόμηλο, θυμάρι και άλλα, που απλόχερα προσφέρει η γη της Σαντορίνης.

Ας επανέλθω όμως στο προϊστορικό Ακρωτήρι. Οι πρόσφατες ανασκαφικές εργασίες μας έδωσαν την δυνατότητα να αναπλάσουμε το ανάγλυφο της περιοχής πριν από την ηφαιστειακή έκρηξη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και να σχηματίσουμε μια πιο συγκεκριμένη εικόνα για την τότε ακτογραμμή (εικ. 01). Η θέση που οι πρώτοι οικιστές επέλεξαν περί τα μέσα ή τα τέλη της 6ης χιλιετίας π.Χ. ήταν μια χαμηλή γλώσσα ξηράς που εισχωρούσε στη θάλασσα στη νότια παραλία του νησιού. Σ’ αυτή τη θέση πλαισιωμένη από δύο ορμίσκους εύρισκαν ασφάλεια τα σκαφίδιά τους ανάλογα με τον επικρατούντα καιρό. Αν και στα λιγοστά ευρήματα που ανάγονται σ’ αυτή την περίοδο δεν περιλαμβάνονται κατάλοιπα τροφών, δεν μας είναι δύσκολο να μαντέψουμε το διαιτολόγιο των Νεολιθικών αυτών ανθρώπων αντλώντας πληροφορίες από παρόμοιους παράκτιους οικισμούς της ίδιας περιόδου σε άλλα νησιά των Κυκλάδων. Ένας τέτοιος, καλά μελετημένος οικισμός βρισκόταν στη νησίδα του Σαλιάγκου, στο στενό μεταξύ Πάρου και Αντιπάρου (εικ. 02). Από ό τι έδειξε η σχετική έρευνα, οι κάτοικοι του Σαλιάγκου κατανάλωναν σιτάρι και κριθάρι αλεσμένα σε ειδικούς λιθόμυλους, ενώ πρωτεΐνες έπαιρναν τρώγοντας θαλασσινά και ψάρια, καθώς και κρέας από αιγοπρόβατα και χοιρινά, λιγότερο δε από βοοειδή. Παρόμοιο πρέπει να ήταν και το διαιτολόγιο των πρώτων γεωργοκτηνοτρόφων που εγκαταστάθηκαν στη Θήρα.

Τον γεωργοκτηνοτροφικό της χαρακτήρα διατήρησε η οικονομία των νησιών τουλάχιστον κατά το πρώτο μισό της 3ης χιλιετίας π.Χ. με παρεμφερές διαιτολόγιο για τους κατοίκους των. Χωρίς βεβαίως κατάλοιπα τροφών της περιόδου, μια ποικιλία χονδροειδών πυρίμαχων σκευών με έντονα τα ίχνη φωτιάς στα πλευρά τους δίνουν μιαν εικόνα για τους τύπους των χυτρών που χρησιμοποιούνταν (εικ. 03), ενώ η στιλβωμένη εσωτερική επιφάνεια του φορητού πυρίμαχου δίσκου τον καθιστούσε κατάλληλη εστία για το ψήσιμο ζύμης για (πίττες), μπριζόλας, ψαριού κλπ. Της ίδιας περιόδου είναι και μια σειρά από επιτραπέζια σκεύη (ποτήρια, φιάλες, κύπελλα, πρόχοι κλπ.) που έμμεσα μας πληροφορούν για την ύπαρξη υγρών τροφών, πέρα από το νερό (εικ. 04).

Μια μοναδική συγκέντρωση μεταφορικών αμφορέων από διάφορες περιοχές του Αιγαίου (εικ. 05) που χρονολογούνται προς το τέλος δε της Πρωτοκυκλαδικής ΙΙ περιόδου, δηλαδή στους 2-3 τελευταίους αιώνες της χιλιετίας, βεβαιώνουν ότι το Ακρωτήρι, προφανώς χάρη στη στρατηγικής σημασίας γεωγραφική του θέση, είχε εξελιχθεί σε κέντρο διακίνησης αγαθών. Η εμπορική/ναυτική αυτή δραστηριότητα φέρνοντας τους Θηραίους σε στενότερη επαφή με άλλες κοινωνίες του Αιγαίου αναμφίβολα επηρέασε και τις διατροφικές τους συνήθειες.

Είναι ακριβώς αυτήν την εποχή που δύο εξωτικά αγαθά εντάχθηκαν στο θηραϊκό διαιτολόγιο: τα προϊόντα της αμπέλου και της ροδιάς. Η εξημέρωση και καλλιέργεια της αμπέλου, από ότι γνωρίζουμε, είχε συντελεστεί ήδη από την 4η χιλιετία π.Χ. στις νότιες υπώρειες του Καυκάσου, στην σημερινή Γεωργία, όπου είχε επίσης ανακαλυφθεί η παραγωγή κρασιού από σταφύλια. Σύμφωνα με τον μύθο, την τέχνη αυτή μετέφερε στο Αιγαίο ο θεός Διόνυσος σε μια εποχή που τα αρχαιολογικά ευρήματα την τοποθετούν το αργότερο στα μέσα της 3ης χιλιετίας. Από το Ακρωτήρι το αρχαιότερο εύρημά μας που σχετίζεται με το κρασί είναι ένα μικρό πιθάρι με κρουνό κοντά στον πυθμένα του, όμοιο με άλλα αρχαιότερα από άλλες περιοχές (εικ. 06). Επομένως μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο οίνος άρχισε να ευφραίνει «καρδίαν Θηραίων» το αργότερο από τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ.
Τα καρβουνάκια από κλαδί ροδιάς που βρέθηκαν σε αρχαιολογικές συνάφειες αυτής της μεταβατικής φάσης μας πληροφορούν για το δεύτερο εξωτικό προϊόν, το ρόδι. Η ροδιά ήταν αυτοφυές φυτό στην περιοχή νοτίως της Κασπίας Θάλασσας, ενώ ο καρπός της, το ρόδι, σύμφωνα με τις ως τώρα αρχαιολογικές μαρτυρίες, πρωτοεμφανίστηκε στην ανατολική Μεσόγειο όχι νωρίτερα από τον 14ο αιώνα π.Χ. Η ανακάλυψή μας όμως μεταθέτει αυτή την εισαγωγή προς τα πίσω κατά 3-4 τουλάχιστον αιώνες. Καθώς δε δείχνουν τα σχετικά ευρήματα, το ρόδι έγινε τόσο δημοφιλές στο Αιγαίο, ώστε για μια κατηγορία αγγείων που χρονολογούνται στον 18ον περίπου αιώνα π.Χ. να είναι το αποκλειστικό διακοσμητικό μοτίβο (εικ. 07).

Για την επόμενη περίοδο, την Μέση Εποχή του Χαλκού, πάλι οι πληροφορίες μας είναι αποσπασματικές, αφού η πρόσβασή μας στα μνημεία της εποχής είναι περιορισμένη εξ αιτίας των υπερκείμενων οικοδομημάτων της τελευταίας περιόδου. Ωστόσο, κάποιες πληροφορίες μπορούμε έμμεσα να αντλήσουμε από τα ποικίλα σκεύη που έχουν έλθει στο φως. Για παράδειγμα, τα θέματα που ενίοτε διακοσμούν τους αποθηκευτικούς πίθους (εικ. 08) μπορεί να σχετίζονται με το είδος των φυλασσομένων αγαθών. Τα μαγειρικά σκεύη δεν φαίνεται να διαφέρουν από εκείνα της προηγούμενης περιόδου, ενώ παρατηρείται μεγαλύτερη ποικιλία και εκλέπτυνση στις δισκοειδείς εστίες (εικ. 09), πράγμα που μπορεί να σημαίνει μεγαλύτερη προτίμηση σε ψητά εδέσματα του τύπου πίτας. Τα σκεύη όμως που είναι περισσότερο φλύαρα είναι τα επιτραπέζια, τόσο τα προχυτικά (σερβιρίσματος) όσο και εκείνα πόσεως. Πολύ δημοφιλείς είναι οι πρόχοι με πτηνόσχημη προχοή και με ποικιλία διακοσμητικών θεμάτων (εικ. 10). Ασχέτως του αν η χρήση τους είχε πρακτικό ή τελετουργικό χαρακτήρα είναι αναμφίβολο ότι προορίζονταν για την μετάγγιση (σερβίρισμα) ποτού, όπως δείχνει και η σχετική παράσταση. Στην φάση αυτή φαίνεται πως εμφανίστηκε και ο τύπος της μαστοπρόχου (εικ. 11) που θα κυριαρχήσει ως επιτραπέζιο σκεύος κατά την επόμενη φάση της ζωής του οικισμού. Ραδινού ή πιο σφαιρικού σχήματος, συνήθως διακοσμείται με φυτικά ή ζωικά θέματα, τα οποία ενδεχομένως έχουν σχέση με το αναλισκόμενο ποτό. Τον μετασχηματισμό της Θηραϊκής κοινωνίας σε κοσμοπολίτικη και καταναλωτική τον βεβαιώνει η παρουσία εισηγμένων προχυτικών σκευών με στιλβωμένη εξωτερική επιφάνεια, τα οποία μάλλον θα αποτελούσαν σκεύη πολυτελείας. Μεγάλη ποικιλία παρουσιάζουν επίσης τόσο σε σχήματα όσο και σε διακόσμηση (εικ. 12) τα κύπελλα που τώρα είναι πιο λεπτότεχνα. Μερικά μάλιστα είναι εισαγωγής επιβεβαιώνοντας τις διαιγαιακές σχέσεις του Ακρωτηρίου. Όπως, ήδη προανέφερα, δεν γνωρίζουμε τα είδη ποτών ή ροφημάτων που καταναλώνονταν με τα σκεύη αυτά. Πιστεύω όμως ότι η ποικιλία που αναγνωρίζουμε στην επόμενη φάση θα πρέπει να είχε αρχίσει κατά την Μέση Εποχή του Χαλκού.

Τα ευρήματα που η αρχαιολογική σκαπάνη ανασύρει μέσα από τα ερείπια της πόλης της τελευταίας περιόδου είναι αποκαλυπτικά, όσον αφορά στις διατροφικές συνήθειες των Θηραίων της Εποχής. Εκτός από τα σκεύη και τις εγκαταστάσεις που σχετίζονται με την παρασκευή τροφής υπάρχουν και τα κατάλοιπα τροφών που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν διαγνωσθεί. Σιτηρά, κυρίως κριθάρι σπανιότερα δε σιτάρι, και όσπρια, λαθούρι, μπιζέλια, φάβα και φακές, φαίνεται ότι ήσαν τα βασικά προϊόντα διατροφής που η γη της Θήρας παρείχε στους κατοίκους της και τα οποία συχνά αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης των αγγειογράφων (εικ. 13). Με ειδικά λίθινα ή μπρούντζινα δρεπάνια τα φυτά θερίζονταν (εικ. 14) και, σύμφωνα με τις υπάρχουσες ενδείξεις, οι καρποί διαχωρισμένοι πλέον στον τόπο παραγωγής μεταφέρονταν και φυλάσσονταν σε μεγάλα πιθάρια μέσα στις αποθήκες των σπιτιών. Από την αποθήκη που βρισκόταν στο ισόγειο κάθε σπιτιού, αντλούνταν οι ποσότητες που κάθε φορά χρειάζονταν για την παρασκευή τροφής (εικ. 15). Στο ισόγειο επίσης, και μάλιστα κοντά στην είσοδο του σπιτιού, βρίσκονταν οι μυλώνες (εικ. 16), ειδικές κτιστές κατασκευές με μεγάλες σταθερές τριβαίες και τριβεία. Εκεί γινόταν το άλεσμα των σιτηρών και η επεξεργασία των οσπρίων, ενώ με την βοήθεια μικρότερων λίθινων σκευών, όπως τα γουδιά, οι ύπεροι και οι τριπτήρες (εικ. 17), τα προϊόντα αυτά θρυμματίζονταν ή αλευροποιούνταν ανάλογα με τις ανάγκες. Από τον τρόπο αποθήκευσης συνάγουμε ότι χοντροαλεσμένα σιτηρά (πλιγούρι) και αλεύρι προετοιμάζονταν και αποθηκεύονταν σε μεγαλύτερες ποσότητες, έτοιμα για παρασκευή του αντίστοιχου εδέσματος. Αντίθετα, τα όσπρια φυλάσσονταν στις αποθήκες και μόνο μικρές ποσότητες προετοιμάζονταν κάθε φορά για μαγείρεμα. Με άλλα λόγια, όπως ακριβώς συμβαίνει ως τις μέρες μας, τα παράγωγα σιτηρών ως βάση της καθημερινής διατροφής απαιτούσαν την ύπαρξη αποθέματος αλεσμένου προϊόντος έτοιμου για περαιτέρω επεξεργασία. Τουναντίον, η μικρή ποσότητα οσπρίων που ετοιμαζόταν κάθε φορά υποδηλώνει ποικιλία από μέρα σε μέρα.

Από ξηρούς καρπούς μόνο τα αποτυπώματα αμυγδάλων έχουμε βρει (εικ. 18), ενώ τα σύκα φρέσκα ή ξεραμένα φαίνεται πως αποτελούσαν σημαντική πηγή σακχάρου, καθώς μαρτυρούν οι ποσότητες μικρών απολιθωμένων σπόρων που βρίσκονται μέσα στα κατακάθια των υπονόμων της πόλης.

Η ελιά, φυτό ιθαγενές που, καθώς δείχνουν τα απολιθώματα που βρέθηκαν ως εγκλείσματα μέσα σε λάβες, φύεται στη Θήρα εδώ και 50.000 χρόνια, θα ήταν παράδοξο να μην είχε γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους Θηραίους καλλιεργητές αργότερα. Αυτό επιβεβαιώθηκε με την σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη κορμών και φύλλων ελιάς εγκλωβισμένων στην ελαφρόπετρα στις παρυφές της καλντέρας. Η απουσία ολόκληρων ελαιοπυρήνων από τις αποθήκες του Ακρωτηρίου δείχνει ότι ο καρπός της ελιάς δεν φυλασσόταν ως διατροφικό είδος. Αντίθετα η πληθώρα θρυμματισμένων ελαιοπυρήνων (εικ. 19) μαρτυρούν σύνθλιψη και πολτοποίηση του καρπού για εξαγωγή ελαιολάδου. Η βάση λίθινου ελαιοπιεστηρίου που εδώ και μερικά χρόνια βρέθηκε στα ορυχεία θηραϊκής γης υποδηλώνει παραγωγή λαδιού σε κλίμακα αξιοσημείωτη. Το γεγονός δε ότι τα ειδικά σκεύη της εποχής, οι λεγόμενοι ψευδόστομοι αμφορείς, που είχαν σχεδιαστεί για την διακίνηση ελαιολάδου, στο Ακρωτήρι αντιπροσωπεύουν τα δύο τρίτα του συνόλου παρόμοιων αγγείων από ολόκληρο το Αιγαίο και την Κρήτη, είναι ενδεικτικό όχι μόνο μεγάλης παραγωγής αλλά και εξαγωγής του. Άλλωστε αυτό υποδηλώνει και η αναφορά λαδιού σε μια από τις δύο πινακίδες της Γραμμικής Α που έχουμε από το Ακρωτήρι.

Εκτός από τρόφιμα φυτικής προελεύσεως το διαιτολόγιο των Θηραίων περιελάμβανε και ζωικά προϊόντα, από τα οποία αντλούσαν τις πρωτεΐνες που χρειαζόταν ο οργανισμός τους. Από την μελέτη των ζωικών οστών που βρίσκονται στο Ακρωτήρι ως κατάλοιπα τροφής προκύπτει ότι τα αιγοπρόβατα κατείχαν την πρώτη θέση σε ποσοστό 80% περίπου (εικ. 20). Ακολουθούν τα χοιρινά σε ποσοστό 19%, ενώ ελάχιστα είναι τα οστά βοοειδών και ζώων κυνηγιού καλύπτοντας το υπόλοιπο 1%. Η μικρή ποσότητα βοοειδών ίσως σημαίνει ότι το άνυδρο νησί της Θήρας δεν ευνοούσε την εκτροφή μεγάλων ζώων, τα οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν κυρίως για βαριές εργασίες.

Μια νησιωτική κοινωνία και μάλιστα παράκτια δεν ήταν δυνατό να μη εκμεταλλεύεται και τη θάλασσα για εξασφάλιση πρωτεϊνών αλλά και για ποικιλία στο διαιτολόγιο. Πράγματι δεν είναι λίγα τα θαλασσινά που συναντά κανείς κοσκινίζοντας τα χώματα στο Ακρωτήρι: κυδώνια, αχινοί, χτένια, πεταλίδες και τρίτωνες (εικ. 21) είναι από τα πιο συχνά όστρεα, ενώ φαίνεται πως και η πορφύρα, εκτός από την παραγωγή χρώματος, καταναλωνόταν και ως τροφή. Τόσο από την εικονογραφία όσο και από τα κινητά ευρήματα προκύπτει ότι η αλιεία στην ανοιχτή θάλασσα αποτελούσε συστηματική απασχόληση. Φτάνει να δει κανείς τα αγόρια που καμαρώνουν επιδεικνύοντας το προϊόν της δουλειάς στην οποία εκπαιδεύτηκαν (εικ. 22). Είτε με δίχτυα είτε με αγκίστρια αλιεύονταν (εικ. 23), η ποικιλία ψαριών ήταν σημαντική καθώς προκύπτει από την μελέτη των σχετικών καταλοίπων (εικ. 24). Από τα κατάλοιπα δε αυτά προκύπτει ότι τα ψάρια δεν καταναλώνονταν όλα φρέσκα. Έχουν βρεθεί πιθάρια, μέσα στα οποία διατηρούνταν ψάρια είτε παστωμένα είτε ξεραμένα στον ήλιο (εικ. 25). Η σχετικά πρόσφατη εύρεση ολόκληρων ψαριών εγκλωβισμένων μέσα στην ελαφρόπετρα στο βορειότερο άκρο του οικισμού δεν εξηγείται αλλιώς παρά ότι αυτά είχαν απλωθεί στο ήλιο για να ξεραθούν.

Από τις αρχαίες γραπτές πηγές γνωρίζουμε ότι ένα είδος σάλτσας ή πάστας παρασκευαζόταν με μικρά ψάρια στην άλμη, το λεγόμενο γάρος ή γάρον (λατ. garum), που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στους Ρωμαίους. Ο Στράβων μάλιστα αναφέρει ότι αρίστης ποιότητας γάρον παρασκευαζόταν από σκουμπριά (σκόμβρους) στην νήσο του Ηρακλέους, κοντά στην Καρχηδόνα, που για το λόγο αυτό επονομαζόταν και Σκομβραρία (3.4.6). Επειδή όμως, όπως έχει υποστηριχτεί, οι Ρωμαίοι κατανάλωναν γάρον, όπως οι Κινέζοι καταναλώνουν την σάλτσα από σόγια, το έδεσμα αυτό για τον πολύ κόσμο παρασκευαζόταν από τα ‘απορριπτέα’ τμήματα των ψαριών, εντόσθια, πτερύγια και ουρές. Αν και ο τρόπος αυτός διατήρησης ψαριών δεν αναφέρεται σε αρχαιότερες γραπτές πηγές, η εύρεση πάστας στο Ακρωτήρι και μάλιστα όχι από απορρίμματα αλλά από μικρά ψαράκια (εικ. 26) μας βάζει στη σκέψη ότι οι απαρχές του πιθανώς ανάγονται στην Εποχή του Χαλκού.

Άλλο διατροφικό αγαθό ζωικής προελεύσεως που τεκμηριώνεται αρχαιολογικά στο Ακρωτήρι αποτελούσαν οι κοχλίες, οι χοχλιοί, τα σαλιγκάρια (εικ. 27). Μάλιστα εκείνα που βρίσκονται προσεκτικά φυλαγμένα μέσα σε πιθάρια φαίνεται πως αποτελούσαν λιχουδιές, délicatesses, που η κοσμοπολίτικη καταναλωτική κοινωνία των Θηραίων εισήγε από άλλες περιοχές, κυρίως δε από την Κρήτη.
Η εκμετάλλευση του μελιού από τον άνθρωπο έχει αρχίσει από την παλαιολιθική εποχή. Αν και δύσκολα αφήνει ίχνη λόγω της οργανικής του σύστασης, στο Ακρωτήρι, χάρη στις προηγμένες τεχνικές της εποχής μας, διαγνώσαμε ίχνη κεριού από μέλισσες στην εσωτερική επιφάνεια μεγάλων πιθαριών προορισμένων για την φύλαξη αγαθών σε υγρή μορφή (εικ. 28). Αυτό σημαίνει ότι το κερί χρησίμευε ως μονωτικό υλικό για την στεγάνωση των πιθαριών αυτών και δεν αποκλείεται από αυτή την τεχνική να προέκυψε η γνώση για την ανάμιξη μελιού με κρασί που αναφέρεται από αρχαίους συγγραφείς. Οι ποσότητες κεριού που χρειάζονταν για την μόνωση μεγάλων πίθων προϋποθέτουν οργανωμένη μελισσοκομία. Μια κατηγορία κυλινδρικών ιδιόρρυθμων πίθων με διάτρητο πυθμένα πάνω από την βάση και με ειδική θυρίδα μεταξύ βάσης και πυθμένα (εικ. 29) φαίνεται πως ήσαν οι κυψέλες της εποχής. Ο φυτικός τους διάκοσμος ίσως καθιστούσε τα σκεύη αυτά πιο αναγνωρίσιμα από τις μέλισσες. Σε άλλο τύπο μάλλον ανήκουν δύο μικρογραφικά ομοιώματα από την Ξεστή 3.

Συνταγές φαγητών βεβαίως δεν έχουμε βρει. Από τις ειδικές κατασκευές όμως και από τα σύνεργα και σκεύη που μπορούν να σχετισθούν με την παρασκευή τροφής μπορούμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα σχετικά με τα είδη των φαγητών που μαγειρεύονταν. Μια τετράπλευρη χαμηλή λιθόκτιστη εξέδρα αποτελούσε την σταθερή εστία κάθε σπιτιού στο Ακρωτήρι (εικ. 30). Οι στάχτες και τα σκόρπια κάρβουνα που βρίσκονται γύρω από τέτοιες κατασκευές, αλλά και ο εφοδιασμός τους με μικρή λίθινη ή πήλινη λεκάνη ως πυροσβεστικό μέσο το βεβαιώνουν. Επαναστατικό νεωτερισμό στο μαγείρεμα φαγητού αποτελεί η εισαγωγή της τριποδικής χύτρας, πιθανώς από την Κρήτη (εικ. 31). Η χρήση της τριποδικής χύτρας, γνωστή στο βόρειο Αιγαίο από την αρχή τουλάχιστον της 3ης χιλιετίας π.Χ., άργησε να εφαρμοστεί στον Νότο, όπου μάλλον τρεις πέτρες αποτελούσαν το στήριγμα, την πυροστιά, για την άποδη χύτρα. Οι προσμίξεις μαρμαρυγία (μίκας) στον πηλό τους καθιστούσαν τα σκεύη αυτά πυρίμαχα, ενώ το σχήμα του πυθμένα τους φαίνεται πως προσδιόριζε και το είδος της παρασκευαζόμενης τροφής: στις χύτρες με επίπεδο πυθμένα η φωτιά συγκεντρώνεται εκεί δίνοντας έμφαση στο ψήσιμο του φαγητού εκ των κάτω, ενώ στις χύτρες με κοίλο πυθμένα η φωτιά απλώνεται γύρω από το σκεύος ευνοώντας κυρίως το βράσιμο. Είναι προφανές ότι οι μεγάλες χύτρες χρησίμευαν για την κάλυψη των αναγκών πολυπληθών ομάδων, ενώ για μικρότερες ομάδες αρκούσαν μεσαίου μεγέθους χύτρες. Ένα ερευνητικό πρόγραμμα που βρίσκεται σε εξέλιξη αποβλέπει στην ανίχνευση οργανικών καταλοίπων στις χύτρες προκειμένου να αναζητηθούν τα είδη τροφής που μαγειρεύονταν σ’ αυτές. Εκτός από τις πήλινες έχουν βρεθεί και ελάχιστες μπρούντζινες τριποδικές χύτρες (εικ. 32), για τις οποίες δεν μπορούμε με βεβαιότητα να υποστηρίξουμε ότι ήσαν μαγειρικά σκεύη. Η εύρεση μιας τέτοιας χύτρας σε άμεση σχέση με την ασάμινθο (μπανιέρα) στο δωμάτιο λουτρού της Δυτικής Οικίας, μάλλον δείχνει πως προοριζόταν για το ζέσταμα νερού στο μπάνιο των πλούσιων ενοίκων της.

Με την εστία και με το ψήσιμο κρέατος σε οβελούς (σουβλάκια) σχετίζονται προφανώς τα στηρίγματα, οι κρατευτές, που συνήθως βρίσκονται κατά ζεύγη (εικ. 33). Όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς, οι υποδοχές των οβελών βρίσκονται σε απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ τους, ενώ οι οπές κατά μήκος της βάσης συνιστούν εργονομική βελτίωση, αφού μέσω των οπών διοχετεύεται αυτομάτως αέρας ανεφοδιάζοντας τα κάρβουνα με οξυγόνο, ώστε να διατηρούνται αναμμένα κατά τη διάρκεια του ψησίματος.

Εκτός από τις εστίες ανοιχτής φωτιάς, πρόσφατα ήλθε στο φως ένας άλλος τύπος, που θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς ως κλίβανο με ανοιχτή οροφή. Οι κατασκευές αυτές βρέθηκαν κατά την ανασκαφή των φρεάτων θεμελίωσης των στύλων για το νέο στέγαστρο. Αυτό σημαίνει ότι οι πληροφορίες μας για την διαρρύθμιση των μαγειρείων είναι πολύ περιορισμένες. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η τροφοδότηση της φωτιάς γινόταν από το μπροστινό άνοιγμα, ενώ τα πλευρικά τοιχία διοχετεύοντας όλη την θερμική ενέργεια προς τα επάνω χρησίμευαν ταυτόχρονα ως κρατευτές για το μαγειρικό σκεύος (εικ. 34). Το σκεύος αυτό σύμφωνα με τα ως τώρα ευρήματά μας, θα μπορούσε να είναι ένα μπρούντζινο ταψί ή ένα τηγάνι (εικ. 35) ή ακόμη ένας πήλινος πυρίμαχος δίσκος σαν αυτόν που είδαμε να χρησιμοποιείται κατά την Μέση Εποχή του Χαλκού.

Ένας άλλος τύπος μαγειρικού σκεύους στο Ακρωτήρι είναι ο φορητός φούρνος (εικ. 36). Πρόκειται για κυλινδρικό τριποδικό κλίβανο με το θυραίο άνοιγμά του στο διάστημα μεταξύ δύο ποδιών. Μέχρι σήμερα γνωρίζουμε δύο παραλλαγές: Στη μία η οροφή είναι ενσωματωμένη στο σκεύος, στην άλλη είναι περιαιρετή σαν ένα είδος σκεπάσματος. Με τους φούρνους αυτούς αφ’ ενός μπορεί να ενισχυθεί η φωτιά και από επάνω, σαν γάστρα, και αφ’ ετέρου η άνω επιφάνεια να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα είτε για το ψήσιμο πίτας είτε για το ζέσταμα άλλου φαγητού εξοικονομώντας θερμική ενέργεια.

Είναι γνωστό ότι οι πηγές νερού ανέκαθεν αποτελούσαν βασικό κριτήριο για την ίδρυση οικισμού σε μια θέση. Οι πληροφορίες μας όσον αφορά στην ύδρευσή του Ακρωτηρίου είναι πολύ περιορισμένες, παρά το γεγονός ότι οι εγκαταστάσεις υγιεινής προϋπέθεταν αφθονία νερού (εικ. 37). Και ενώ τις ανάγκες αυτές μπορούσε να καλύψει ακόμη και θαλασσινό νερό, για το πόσιμο ακόμη δεν έχει βρεθεί απάντηση. Παράκτια πηγάδια με υφάλμυρο νερό θα μπορούσαν, όπως συμβαίνει ακόμη και σήμερα, να αποτελούν προσωρινή λύση, καλύπτοντας τις ανάγκες των καλλιεργητών της γης και των ζώων τους κυρίως σε απόμακρες τοποθεσίες. Σ’ ένα τέτοιο πηγάδι, θυμάμαι, καταφεύγαμε το μεσημέρι με τον αείμνηστο Μαρινάτο τα πρώτα χρόνια της ανασκαφής για να μουσκέψουμε τα παξιμάδια που, μαζί με κανένα αγγούρι ή καμιά ντομάτα, αποτελούσαν το μεσημεριανό μας.

Στέρνες, στις οποίες θα μπορούσε να συλλέγεται βρόχινο νερό, όπως μέχρι πολύ πρόσφατα συνέβαινε σε πολλά Κυκλαδονήσια, δεν έχουν εντοπιστεί ως τώρα στο Ακρωτήρι. Ωστόσο, κάποιες πληροφορίες μπορούν να αντληθούν από δύο ευρήματα. Μια λεπτομέρεια της Μικρογραφικής Ζωφόρου από την Δυτική Οικία (εικ. 38) παριστάνει γυναίκες να μεταφέρουν στάμνες στο κεφάλι τους προφανώς γεμάτες νερό από την παρακείμενη κρήνη. Δεν γνωρίζουμε βέβαια, αν η εικονιζόμενη σκηνή αφορά στην Θήρα. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να το αποκλείσουμε, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ακόμη και σήμερα το ασβεστολιθικό βουνό του Προφήτη Ηλία διαθέτει πηγές νερού. Δεν θα μας ξένιζε, λοιπόν αν αποδειχτεί στο μέλλον ότι η κοινωνία του Ακρωτηρίου της Εποχής του Χαλκού με την τεχνογνωσία που διέθετε είχε φροντίσει για την κατασκευή υδραγωγείου, ώστε το νερό πηγής από τις δυτικές υπώρειες του βουνού να καταλήγει σε κρήνη στις παρυφές της πόλης. Η πρόταση αυτή δεν είναι αποκύημα νοσηρής φαντασίας. Ένας σωλήνας υδραγωγείου με ισχυρά τοιχώματα (δηλαδή διαφορετικός από τους σωλήνες αποχέτευσης) βρέθηκε μέσα στα μπάζα των ερειπίων του Ακρωτηρίου.

Σε όλη την μακραίωνη ιστορική διαδρομή του ο άνθρωπος κάλυπτε και με άλλους τρόπους την ανάγκη του οργανισμού του για νερό. Το νερό, όσο ευχάριστο κι αν είναι σ’ αυτόν που διψάει, δεν είναι πάντα προσιτό και, ανάλογα με τις περιστάσεις αντικαθίσταται με διάφορους τρόπους. Από την άλλη μεριά, με την αύξηση της ποικιλίας σε εδέσματα, το νερό δεν θεωρείται και τόσο κατάλληλο ως συνοδευτικό. Οι Γάλλοι, για παράδειγμα, γνωστοί για τις γαστριμαργικές τους προτιμήσεις, όχι μόνο προπαγανδίζουν την αποφυγή του νερού με το πρόσχημα ότι «έχει βατράχια», αλλά και έχουν διατυπώσει την παροιμιώδη φράση «poisson sans boisson est un poison» («ψάρι χωρίς ποτό είναι δηλητήριο»).
Xρίστος Ντούμας ομοτιμος καθηγητής Αρχαιολογίας