Όμως πλησιάζοντας το νήμα του τερματισμού αναπολεί τις διάφορες φάσεις της ζωής του συνδέοντάς τες με τις πολιτικές εξελίξεις της κάθε εποχής. Είναι βέβαιο ότι δεν θα είναι ούτε αντικειμενικός, ούτε απόλυτα δίκαιος στην κρίση του. Όμως επειδή σ’ όλη του τη ζωή προσπαθούσε να λειτουργεί κάτω από ηθικούς κανόνες και αρχές, θα κάνει κι εδώ το ίδιο αφήνοντας στην άκρη συναισθηματισμούς και κομματικές αγκυλώσεις.
Ξεκινάει από τους προ της χούντας χρόνους, τότε που η ηρωική εποχή του Γέρου της Δημοκρατίας φόρτιζε με ρεύμα υψηλής τάσης την καρδιά του κάθε νέου. Γρήγορα διαψεύστηκε. Εκ των έσω επήλθε η διάρρηξη και η λέξη «αποστασία» κυριάρχησε στην πολιτική ζωή. Επακολούθησε ο διασυρμός και ο εξευτελισμός των πολιτικών κι ένας νέος πολιτικός όρος εμφανίστηκε. Φαύλος, φαυλοκράτης, φαυλοκρατία. Έτσι αποκαλούσαν τη δημοκρατία οι επίδοξοι σωτήρες του έθνους και οι συνοδοιπόροι τους. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος αποδείχτηκε πολύ λίγος για ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση και νομοτελειακά ήρθε η δικτατορία. Εκεί το ρολόι σταμάτησε για επτά χρόνια. Ησυχία, τάξις και ασφάλεια, μέχρι να ολοκληρωθεί το έργο της με την προδοσία της Κύπρου.
Και ερχόμαστε στη μεταπολίτευση. Νέες ελπίδες, νέες προσδοκίες. Ο Καραμανλής αποδείχτηκε ικανός να τιθασεύσει τους στρατιωτικούς, αλλά ανίκανος ν’ αλλάξει τη νοοτροπία των παραδοσιακών οπαδών του. Το κράτος της δεξιάς ξαναστήθηκε και το βόλεμα των ημετέρων έγινε κανόνας. Ακόμα κι ο Καραμανλής αποκαλούσε με τη Σερραίικη προφορά του τους βουλευτές του βολευτές. Ο Γεώργιος Ράλλης, που τον διαδέχτηκε, καλός άνθρωπος, ευγενέστατος, αλλά ανίκανος να σταματήσει τον κατήφορο που είχε πάρει η ιδιωτική οικονομία της χώρας. Χιλιάδες προβληματικές επιχειρήσεις απειλούσαν με λουκέτο και δεκάδες χιλιάδες άνεργοι θα έβγαιναν στο δρόμο.
Αυτή την κατάσταση παρέλαβε το ΠΑΣΟΚ το 1981 με τον Ανδρέα Παπανδρέου, όταν ήρθε στην εξουσία με σύνθημα την αλλαγή. Υποχρεώθηκε να θέσει κάτω από κρατική κηδεμονία όλες αυτές τις επιχειρήσεις και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να τις σώσει επιβαρύνοντας τον κρατικό προϋπολογισμό. Κατά τα άλλα αύξησε τους μισθούς και τις συντάξεις , έδωσε μια ώθηση στην οικονομία και βελτίωσε την κοινωνική ζωή ιδίως των μικρομεσαίων. Εδώ υπάρχει ο αντίλογος ότι τα έκανε όλα αυτά με δανεικά, αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.
Και ήρθε το 1989 που ο «Αρχάγγελος της Κάθαρσης» Κων/νος Μητσοτάκης κατάφερε ως αρχηγός πλέον της Ν.Δ. να κερδίσει τις εκλογές και να στείλει τον αντίπαλό του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο. Τραγελαφικές καταστάσεις με «πάμπερς» και «τούβλα από χαρτονομίσματα», τον Κουτσόγιωργα να πέφτει νεκρός μέσα στο δικαστήριο και τον Τσοβόλα να αγωνίζεται μόνος εναντίον όλων. Ωστόσο το κράτος διογκωνόταν με υπαλλήλους από το παράθυρο και όταν επανήλθε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία βρήκε χιλιάδες εκτάκτους, των οποίων οι συμβάσεις είχαν ανανεωθεί παράνομα δυο και τρεις φορές. Αναγκάστηκε να τους μονιμοποιήσει όλους.
Ακολούθησε η εποχή Σημίτη με τους λεγόμενους «εκσυγχρονιστές». Όποιος έχει λίγη αντικειμενικότητα και σωστή κρίση, θα κατατάξει αυτή την εποχή μέσα στις πιο πετυχημένες. Το Εθνικό Εισόδημα αυξήθηκε, η ανάπτυξη είχε μόνιμα θετικό πρόσημο, μακρόπνοα έργα κατασκευάστηκαν σ’ όλη τη χώρα (αεροδρόμιο, μετρό, Αττική οδός, Εγνατία οδός, στάδια κλπ.). Κι εδώ υπάρχει ο αντίλογος ότι αυξήθηκε ο δανεισμός και η διαφθορά. Για το πρώτο θα πρέπει ν’ αναφερθεί ότι τα δάνεια ήταν χαμηλότοκα, μεταφράστηκαν σε μεγάλα κοινωφελή έργα και η εξυπηρέτησή τους ήταν εξασφαλισμένη. Για το δεύτερο, πουθενά κι από κανέναν δεν ακούστηκε το παραμικρό για τον ίδιο το Σημίτη. Όμως είναι αλήθεια ότι κάποιοι πλούτισαν παράνομα.
Αυτή την περίοδο είχαμε και δύο σημαντικές διεθνείς επιτυχίες. Την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι μετέπειτα εξελίξεις έδειξαν πόσο σημαντικά ήταν αυτά τα δυο επιτεύγματα. Τέλος θα πρέπει να επισημανθεί η προετοιμασία της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, που απέδειξαν ότι και το κράτος και οι πολίτες όταν θέλουν μπορούν να κάνουν θαύματα. Τους αγώνες τελικά τους καρπώθηκε η Ν.Δ., γιατί ο Ελληνικός λαός βαρέθηκε το Σημίτη και ψήφισε ένα πιο νέο και πιο τσαχπίνη, τον Κώστα Καραμανλή ανεψιό του μεγάλου. Ο Σημίτης πριν από τις εκλογές είχε προλάβει και είχε παραδώσει το δαχτυλίδι της εξουσίας στο Γιώργο Παπανδρέου, γιο του μεγάλου.
Ο νέος πρωθυπουργός παρέλαβε μια οικονομία ανθούσα, αλλά διέγνωσε ότι η δημόσια διοίκηση νοσεί και ξεκίνησε με το σύνθημα «επανίδρυση του κράτους». Όμως οι ρίζες αυτού του κράτους ήταν πολύ βαθιές, πολλώ δε μάλλον του κράτους της δεξιάς, που κλήθηκε να επανιδρύσει ο νέος ηγέτης. Έτσι, όχι μόνο δεν κατάφερε ν’ αλλάξει κάτι, αλλά μετά τα τρία πρώτα χρόνια ομαλής διακυβέρνησης, έπεσε σε μια άνευ προηγουμένου καταιγίδα. Άρχισαν αθρόες προσλήψεις επιβαρύνοντας υπέρμετρα τον κρατικό προϋπολογισμό και αυξάνοντας το δανεισμό για την ισοσκέλισή του. Και δεν έφθανε αυτό, έπεσε και στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 και το πράγμα ήρθε και έδεσε.
Στις εκλογές του 2009 η Ν.Δ. καταποντίστηκε και ξαναβγήκε το ΠΑΣΟΚ με αρχηγό το Γιώργο Παπανδρέου. Τα πράγματα δεν ήταν απλά δύσκολα, ήταν τραγικά. Τρίτη φορά το ΠΑΣΟΚ παραλαμβάνει ένα χάος. Και το χειρότερο ήταν ότι είχαμε χάσει την αξιοπιστία μας ως χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η νέα κυβέρνηση προσπάθησε κι ακόμα προσπαθεί. Με αγωνία, με άγχος, με καθυστερήσεις, με λάθη, αλλά με πίστη ότι θα βγει η Χώρα απ’ αυτή την κρίση.
Όμως η χώρα οδηγείται στη χρεωκοπία και οι αντιδράσεις από μέρους των κομμάτων, των συνδικάτων και του κόσμου για τα μέτρα της κυβέρνησης υπερβολικές μεν αλλά δικαιολογημένες. Το αστείο είναι ότι αντιδρούν κι αυτοί που οδήγησαν τη χώρα σ’ αυτή την κατάσταση. Από το άλλο μέρος η «Τρόϊκα» ζητάει κι άλλα μέτρα μέχρι πλήρους εξουθενώσεως. Το πιο πιθανό είναι να μην αντέξομε άλλο, να κάνουμε παύση πληρωμών, που σημαίνει χρεωκοπία, να εξανεμιστούν οι μισθοί και οι συντάξεις μας και να δούμε ένα πρωί στην τηλεόραση τον κ. Παπανδρέου να λέει την ιστορική φράση «Δυστυχώς επτωχεύσαμε». Τότε η κ. Παπαρήγα και ο κ. Τσίπρας θα είναι όλο χαρά, γιατί θα έχουν καταφέρει να ρίξουν επιτέλους αυτή την ανάλγητη γι’ αυτούς κυβέρνηση.
Όμως η ζωή συνεχίζεται και ο συνταξιούχος πλέον οδοιπόρος των τελευταίων 60 χρόνων πολιτικής ζωής, θα ζει με τα υπολείμματα της σύνταξής του και την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, όχι για τον ίδιο αλλά για τα παιδιά και τα εγγόνια του.
Στέφανος Λέπουρας
